Αγγλικά για όλους
Αγγλικά για ενήλικες και παιδιά.
Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010
Idiom Definitions for 'AWOL'
AWOL stands for
"Absent Without Leave"
, or
"Absent Without Official Leave"
. Orignially a military term, it is used when someone has gone missing without telling anyone or asking for permission.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Νεότερη ανάρτηση
Παλαιότερη Ανάρτηση
Αρχική σελίδα
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου